ἁλίῳ

ἁλίῳ
ἁ̱λίῳ , ἅλιος 1
of the sea
masc/neut dat sg
ἁ̱λίῳ , ἅλιος 1
of the sea
masc/fem/neut dat sg
ἅλιος 2
fruitless
masc/neut dat sg
ἁ̱λίῳ , ἥλιος
sun
masc dat sg (doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • αλιώ — ἁλιῶ ( όω) (Α) [ἅλιος (ΙΙ)] 1. καθιστώ ανώφελο, άσκοπο, μάταιο, παρεμποδίζω, ανατρέπω, ματαιώνω 2. αφανίζω, καταστρέφω …   Dictionary of Greek

  • ἀλίω — ἀλέω grind pres subj act 1st sg (doric) ἀλέω grind pres ind act 1st sg (doric aeolic) εἴλω shut in aor subj pass 1st sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἁλίω — Ἅλιος masc nom/voc/acc dual Ἅλιος masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁλίω — ἁ̱λίω , ἅλιος 1 of the sea masc/neut nom/voc/acc dual ἁ̱λίω , ἅλιος 1 of the sea masc/neut gen sg (doric aeolic) ἁ̱λίω , ἅλιος 1 of the sea masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἁ̱λίω , ἅλιος 1 of the sea masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) ἅλιος 2… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἁλίῳ — Ἅλιος masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἁλίωι — Ἁλίῳ , Ἅλιος masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Killmayer — Wilhelm Killmayer (* 21. August 1927 in München) ist ein deutscher Komponist. Inhaltsverzeichnis 1 Leben 2 Ehrungen, Mitgliedschaften 3 Ausgewählte Werke 3.1 Bühnenwerke …   Deutsch Wikipedia

  • Wilhelm Killmayer — (* 21. August 1927 in München) ist ein deutscher Komponist. Inhaltsverzeichnis 1 Leben 2 Ehrungen, Mitgliedschaften 3 Ausgewählte Werke 3.1 …   Deutsch Wikipedia

  • άλιος — (I) ἅλιος, ία, ον και ος, ον (Α) 1. αυτός που ανήκει στη θάλασσα, ο θαλάσσιος 2. ως προσδιορισμός θεών, νυμφών κ.λπ. τής θάλασσας (Νηρέας, Νηρηίδες). [ΕΤΥΜΟΛ. < ἅλς. ΠΑΡ. ἁλιεύς, αρχ. άλιας. ΣΥΝΘ. αρχ. ἐνάλιος, εἰνάλιος νεοελλ. αλιόφως]. (II)… …   Dictionary of Greek

  • αμφί — ἀμφὶ πρόθ. (Α) (κυρίως στον ποιητικό και ιωνικό πεζό λόγο, η περὶ τών κλασικών κειμένων) και στις δύο πλευρές, και στα δύο μέρη Α. (με γενική) 1. για, για χάρη, για το χατίρι κάποιου «ἀμφί λέκτρων μάχεσθαι» (Ευρ. Ανδρομ. 123) 2. (όπως η πρός, για …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”